φωτογράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτογράφος φωτογράφοι
γενική φωτογράφου φωτογράφων
αιτιατική φωτογράφο φωτογράφους
κλητική φωτογράφε φωτογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φωτογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe < φῶς + γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φωτογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη ληψη φωτογραφιών


32πχ Μεταφράσεις[]