χάπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χάπι χάπια
γενική χαπιού χαπιών
αιτιατική χάπι χάπια
κλητική χάπι χάπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάπι < τουρκική hap < αραβική habb حب

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάπι ουδέτερο

  1. φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είναι εύκολο στην κατάποση
  2. (ειδικότερα) το αντισυλληπτικό (χάπι)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χρυσώνω το χάπι: παρουσιάζω κάτι δυσάρεστο και αναπόφευκτο ως θετικό και ευχάριστο
  • τα χάπια μου!: επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει σε σχήμα υπερβολής ότι ο ομιλητής είναι πάρα πολύ εκνευρισμένος, τσαντισμένος, θυμωμένος και χρειάζεται ηρεμιστικά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]