χάπι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χάπι | χάπια |
| γενική | χαπιού | χαπιών |
| αιτιατική | χάπι | χάπια |
| κλητική | χάπι | χάπια |
[
]
Ετυμολογία
- χάπι < τουρκική hap < αραβική habb حب
[
]
Ουσιαστικό
χάπι ουδέτερο
- φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είναι εύκολο στην κατάποση
- (ειδικότερα) το αντισυλληπτικό (χάπι)
[
]
Συνώνυμα
[
] Εκφράσεις
- χρυσώνω το χάπι: παρουσιάζω κάτι δυσάρεστο και αναπόφευκτο ως θετικό και ευχάριστο
- τα χάπια μου!: επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει σε σχήμα υπερβολής ότι ο ομιλητής είναι πάρα πολύ εκνευρισμένος, τσαντισμένος, θυμωμένος και χρειάζεται ηρεμιστικά