χωράφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωράφι χωράφια
γενική χωραφιού χωραφιών
αιτιατική χωράφι χωράφια
κλητική χωράφι χωράφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χωράφι < (καθαρεύουσα) χωράφιον < ελληνιστική κοινή χωράφιον < υποκοριστικό από την αρχαία ελληνική χώρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χωράφι ουδέτερο

  1. αγρός που κατά κανόνα καλλιεργείται
  2. (μεταφορικά) ιδιοκτησία κάποιου
    Στο χωράφι σου είσαι; Για μαζέψου!

32πχ Μεταφράσεις[]