όχθη
Από Βικιλεξικό
{{δείτε|ὄχθη]]
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | όχθη | όχθες |
| γενική | όχθης | |
| αιτιατική | όχθη | όχθες |
| κλητική | όχθη | όχθες |
[
]
Ετυμολογία
- όχθη < αρχαία ελληνική ὄχθη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
όχθη θηλυκό
- μέρος της ξηράς που βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια νερού (ποταμού, λίμνης, θάλασσας κ.λπ.)
- (μεταφορικά) παράταξη, μεριά, πλευρά