Spiel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Spiel die Spiele
γενική des Spiel(e)s der Spiele
δοτική dem Spiel(e) den Spielen
αιτιατική das Spiel die Spiele

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Spiel (de), ουδέτερο

  1. το παίξιμο, το (ομαδικό) παιχνίδι


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]