Αιγαλιώτισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: αιγαλιώτισσα, Αιγιώτισσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Αιγαλιώτισσα Αιγαλιώτισσες
γενική Αιγαλιώτισσας
αιτιατική Αιγαλιώτισσα Αιγαλιώτισσες
κλητική Αιγαλιώτισσα Αιγαλιώτισσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αιγαλιώτισσα < Αιγαλιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα < Αιγάλεω < αρχαία ελληνική Αἰγάλεων < Αἰγάλεως < αἴξ + λεώς

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αιγαλιώτισσα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε Αιγωλιώτης