Μαξιμιλιανή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μαξιμιλιανή < Μαξιμιλιαν(ός) (Maximilian) + -ή
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μαξιμιλιανή θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Μαξιμιλιανή
|
|