Τζουμέρκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | Τζουμέρκα | ||
| γενική | των | Τζουμέρκων | ||
| αιτιατική | τα | Τζουμέρκα | ||
| κλητική | Τζουμέρκα | |||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
- Τζουμέρκα < μεσαιωνική ελληνική Τζεμέρνικον < σλαβικής προέλευσης чемерика (ελλέβορος) < πρωτοσλαβική *čemerъ[1]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τζουμέρκα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Τζουμέρκα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Τζουμέρκα < γενική ενικού του αρσενικού Τζουμέρκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τζουμέρκα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Τζουμέρκας)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από σλαβικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοσλαβική (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οροσειρές της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Οροσειρές (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία επώνυμα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)