άτμιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άτμιση ατμίσεις
γενική άτμισης
& ατμίσεως
ατμίσεων
αιτιατική άτμιση ατμίσεις
κλητική άτμιση ατμίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτμιση < ατμίζω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άτμιση θηλυκό

  1. η παραγωγή ατμών και η διοχέτευσή τους σε ένα αντικείμενο
  2. (νεολογισμός) το άτμισμακάπνισμα» ηλεκτρονικού τσιγάρου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]