αγαρικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαρικό < ἀγαρικόν στην καθαρεύουσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαρικό ουδέτερο και ίσκα

  1. (βιολογία): μύκητας της οικογένειας των Αγαριδοειδών που περιλαμβάνει το κοινό μανιτάρι.
  2. (παρωχημένο) φιτίλι για πυροβόλο όπλο και για τον παλιό αναπτήρα, το τσακμάκι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]