αγριοκάστανο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγριοκάστανο ουδέτερο
- ο καρπός της αγριοκαστανιάς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγριοκάστανο
|
|
αγριοκάστανο ουδέτερο
|
|