Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγριόγιδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγριόγιδο τα αγριόγιδα
      γενική του αγριόγιδου των αγριόγιδων
    αιτιατική το αγριόγιδο τα αγριόγιδα
     κλητική αγριόγιδο αγριόγιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγριόγιδο < μεσαιωνική ελληνική αγριογίδα[1] / αγριογίδιν[2] < αρχαία ελληνική ἄγριος + ελληνιστική κοινή αἰγίδιον < αρχαία ελληνική αἴξ
Αγριόγιδο που βοσκάει.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγριόγιδο ουδέτερο

  1. (ζωολογία) ένα γίδι που ζει μόνο του στη φύση και δεν εκτρέφεται από κάποιον άνθρωπο
  2. (ζωολογία) είδος άγριας γίδας (Rupicapra rupicapra, Capra aegagrus)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. ↑ αγριόγιδα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. ↑ αγριογίδιν -  Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].