αγριόγιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγριόγιδο < άγριος + γίδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγριόγιδο

  • ένα γίδι που ζει μόνο του στη φύση και δεν εκτρέφεται από κάποιον άνθρωπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]