αεροβίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροβίωση αεροβιώσεις
γενική αεροβίωσης
& αεροβιώσεως
αεροβιώσεων
αιτιατική αεροβίωση αεροβιώσεις
κλητική αεροβίωση αεροβιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροβίωση < αήρ (γεν. αέρος) + βίωση.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροβίωση θηλυκό

  1. Η διαβίωση σε περιβάλλον με οξυγόνο.
    Η αεροβίωση δεν είναι εφικτή για πολλά αναερόβια βακτήρια.
  2. Σύστημα φυσικής άσκησης με βάση την κατανάλωση οξυγόνου (αερόμπικ).
    Πήγα στο γυμναστήριο και γράφτηκα σε πρόγραμμα αεροβίωσης.
  3. Η αερόβια ικανότητα ενός ατόμου: ο ανώτατος όγκος οξυγόνου που μπορούν να καταναλώσουν οι ιστοί του σώματος κατά την άσκηση στη μονάδα του χρόνου.
    Ένας γυμνασμένος άνθρωπος έχει μεγαλύτερη αεροβίωση από έναν αγύμναστο.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]