αλευροκόσκινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλευροκόσκινο τα αλευροκόσκινα
      γενική του αλευροκόσκινου των αλευροκόσκινων
    αιτιατική το αλευροκόσκινο τα αλευροκόσκινα
     κλητική αλευροκόσκινο αλευροκόσκινα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροκόσκινο < αλεύρι + κόσκινο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροκόσκινο θηλυκό

  1. ειδικό εργαλείο κουζίνας για κοσκίνισμα αλεύρων. παλαιότερα αποτελούταν από πλατιά ξύλινη στεφάνη. το ένα χείλος της οποίας καλυπτόταν με τούλι, ενώ το σύγχρονο αλευροκόσκινο είναι ανοξείδωτο άλλο σε σχήμα ποτηριού, στο χερούλι του οποίου φέρεται σκανδάλη που με κάθε πάτημά της περιστρέφεται πάνω από τον ψιλοδιάτρητο πάτο του τριπλή λεπίδα. και άλλο σε σχήμα κυλινδρικής ανοξείδωτης θήκης από το πώμα της οποίας περιστρέφεται παρόμοιος μηχανισμός, αποφεύγοντας έτσι κάθε παλαιότερη λάτρα.
  2. παλινδρομική μηχανή με δυνατότητα κοσκινίσματος αλεύρων 100 κιλών ανά φορά, με μέγιστο περισσότερο από 1 τόνο ωριαία

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]