αλευροπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευροπόλεμος αλευροπόλεμοι
γενική αλευροπολέμου αλευροπολέμων
αιτιατική αλευροπόλεμο αλευροπολέμους
κλητική αλευροπόλεμε αλευροπόλεμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροπόλεμος < αλεύρι + πόλεμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροπόλεμος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]