αλευροπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευροπόλεμος αλευροπόλεμοι
γενική αλευροπολέμου αλευροπολέμων
αιτιατική αλευροπόλεμο αλευροπολέμους
κλητική αλευροπόλεμε αλευροπόλεμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροπόλεμος < αλεύρι + πόλεμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροπόλεμος αρσενικό

  1. πόλεμος που επιχειρείται με αλεύρι, με αλευρόσκονη
  2. παραδοσιακό έθιμο του Γαλαξιδίου, όπου αλευρομαχητές περιερχόμενοι την πόλη αντιμάχονται με αλευριές με χρωματισμένες αλευρόσκονες (μπλε, κίτρινες, μαύρες, κόκκινες} σ΄ ένα καθολικό αλευρομουτζούρωμα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το έθιμο αυτό ανάγεται από τουρκοκρατίας όχι ως πόλεμος αλλά ως κατευόδιο των συζύγων των ναυτικών που ράντιζαν την θάλασσα με αλεύρι κατά την καθέλκυση και απόπλου των πλοίων προκειμένου να συναντούν "χορτάτες" και ήρεμες θάλασσες.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]