αλευρόσακος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρόσακος αλευρόσακοι
γενική αλευρόσακου αλευρόσακων
αιτιατική αλευρόσακο αλευρόσακους
κλητική αλευρόσακε αλευρόσακοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρόσακος < αλεύρ(ι) + -ό- + σάκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρόσακος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]