αμέλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμέλεια αμέλειες
γενική αμέλειας αμελειών
αιτιατική αμέλεια αμέλειες
κλητική αμέλεια αμέλειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμέλεια < αρχαία ελληνική ἀμέλεια < ἀμελής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμέλεια θηλυκό

  1. η έλλειψη ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης
  2. η απροσεξία ως αιτία μιας αξιόποινης πράξης
    φόνος εξ αμελείας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]