Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμακατζού

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμακατζού οι αμακατζούδες
      γενική της αμακατζούς των αμακατζούδων
    αιτιατική την αμακατζού τις αμακατζούδες
     κλητική αμακατζού αμακατζούδες
Κατηγορία όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμακατζού < θηλυκό του αμακατζής < ιταλική a macca < βενετική a maca

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αμακατζού θηλυκό

  • θηλυκό του αμακατζής
      «οι Μικρασιάτες είχαν εφεύρει δικές τους λέξεις για να χαρακτηρίζουν κάθε μια ξεχωριστά ανάλογα με την προσωπικότητά της. «Αμακατζού», «χαραμοφάισσα» κι «αρπάχτρα» ήταν η γυναίκα που ζούσε εις βάρος των άλλων και «άσιαχτη» η απεριποίητη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]