ανανδρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανανδρία ανανδρίες
γενική ανανδρίας
αιτιατική ανανδρία ανανδρίες
κλητική ανανδρία ανανδρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανανδρία < < αρχαία ελληνική ἀνανδρία < ἄνανδρος (που δεν ταιριάζει σε άντρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανανδρία θηλυκό και αναντρία

  1. ενέργεια που δεν αρμόζει σε άντρα
  2. (κατ’ επέκταση) η έλλειψη ανδρείας, η λιποψυχία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]