αναστύλωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναστύλωση αναστυλώσεις
γενική αναστύλωσης
& αναστυλώσεως
αναστυλώσεων
αιτιατική αναστύλωση αναστυλώσεις
κλητική αναστύλωση αναστυλώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναστύλωση < αναστυλώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναστύλωση θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) άλλη γραφή του αναστήλωση
  2. (αρχιτεκτονική) η υποστήριξη μιας κατασκευής με στύλους
  3. αναστύλωμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]