ανθογυάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθογυάλι ανθογυάλια
γενική ανθογυαλιού ανθογυαλιών
αιτιατική ανθογυάλι ανθογυάλια
κλητική ανθογυάλι ανθογυάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθογυάλι < ανθός + γυαλί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθογυάλι ουδέτερο, πληθυντικός ανθογυάλια

  1. (λαϊκότροπο) το γυάλινο ανθοδοχείο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]