αντήλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντήλιο τα αντήλια
      γενική του αντήλιου των αντήλιων
    αιτιατική το αντήλιο τα αντήλια
     κλητική αντήλιο αντήλια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντήλιο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντήλιο ουδέτερο

  1. αυτό που προστατεύει από τον ήλιο, που ρίχνει σκιά ώστε να δει κάποιος καλύτερα, πχ. ένα χέρι στο μέτωπο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]