αντισωματίδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντισωματίδιο αντισωματίδια
γενική αντισωματιδίου
& αντισωματίδιου
αντισωματιδίων
& αντισωματίδιων
αιτιατική αντισωματίδιο αντισωματίδια
κλητική αντισωματίδιο αντισωματίδια


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντισωματίδιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντισωματίδιο ουδέτερο - (φυσική)

  1. σωματίδιο της αντιύλης το οποίο αντιστοιχεί με στοιχειώδες σωματίδιο που έχει ίδια μάζα αλλά αντίθετο ηλεκτρικό φορτίο· αν συγκρούονται τα δύο αυτά σωματίδια, εξαϋλώνονται παράγοντας ενέργεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]