απαράτσικ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαράτσικ < ρωσική аппаратчик < аппарат + -чик < λατινική apparatus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος apparo < ad + paro < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (γεννώ, παράγω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαράτσικ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (σπάνιο) (πολιτική) κάποιος ο οποίος είναι μέρος ενός οργανισμού ή μιας δομής εξουσίας, ουσιαστικά ανώτερο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος ή ευρύτερα γραφειοκράτης οποιουδήποτε οργανισμού
  2. (σπάνιο) (μειωτικό) ο διοικητικός δημόσιος υπάλληλος, ειδικά στην κομμουνιστική γραφειοκρατία

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]