αποστραγγίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποστραγγίζω < ελληνιστική κοινή ἀποστραγγίζομαι < ἀπό + στραγγίζω < στράγξ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική égoutter)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποστραγγίζω (παθητική φωνή: αποστραγγίζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]