απόβραδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόβραδο τα απόβραδα
      γενική του απόβραδου των απόβραδων
    αιτιατική το απόβραδο τα απόβραδα
     κλητική απόβραδο απόβραδα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόβραδο < απο- + βράδυ + -ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόβραδο ουδέτερο

  1. το σούρουπο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]