σούρουπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σούρουπο σούρουπα
γενική σούρουπου σούρουπων
αιτιατική σούρουπο σούρουπα
κλητική σούρουπο σούρουπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σούρουπο < σουρουπώνει + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σούρουπο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]