αριθμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αριθμώ < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

αριθμώ

  1. περιλαμβάνω
  2. καταμετρώ
  3. προσθέτω αρίθμηση σε κάτι
    ※  Έβαλε σε κάποια τάξη τις σελίδες, τις αρίθμησε προσεκτικά και άρχισε να διαβάζει το γράμμα δυνατά. Κωστούλα Μητροπούλου, Μετάθεση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]