αρχικελευστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχικελευστής αρχικελευστές
γενική αρχικελευστή αρχικελευστών
αιτιατική αρχικελευστή αρχικελευστές
κλητική αρχικελευστή αρχικελευστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχικελευστής < αρχή+κελευστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχικελευστής αρσενικό

  1. Ανώτερος υπαξιωματικός τού πολεμικού ναυτικού, ισόβαθμος προς τον ανθυπασπιστή ξηράς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]