αστίατρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστίατρος αστίατροι
γενική αστιάτρου αστιάτρων
αιτιατική αστίατρο αστιάτρους
κλητική αστίατρε αστίατροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστίατρος < άστυ+ιατρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστίατρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. κρατικός γιατρός που φροντίζει για τη δημόσια υγεία στις πόλεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]