αυτί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αυτί | τα | αυτιά |
| γενική | του | αυτιού | των | αυτιών |
| αιτιατική | το | αυτί | τα | αυτιά |
| κλητική | αυτί | αυτιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτί: παρετυμολογική ηχητική απόδοση της λέξης αφτί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτί ουδέτερο
- άλλη γραφή του αφτί
- ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)