αυτοκινητοπομπή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοκινητοπομπή < αυτοκίνητο + πομπή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοκινητοπομπή θηλυκό
- πολλά αυτοκίνητα που ταξιδεύουν μαζί αποτελώντας ένα οργανικό σύνολο