αφοδευτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αφοδευτήριο τα αφοδευτήρια
      γενική του αφοδευτηρίου των αφοδευτηρίων
    αιτιατική το αφοδευτήριο τα αφοδευτήρια
     κλητική αφοδευτήριο αφοδευτήρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφοδευτήριο < ελληνιστική κοινή ἀφοδευτήριον < αρχαία ελληνική ἀφοδεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφοδευτήριο ουδέτερο

  • το ειδικά διαμορφωμένο μέρος όπου κάποιος αφοδεύει

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]