αχνόφεγγο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αχνόφεγγο < αχνοφέγγω + -ο (αναδρομικός σχηματισμός)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αχνόφεγγο ουδέτερο
- το αποτέλεσμα του αχνοφέγγω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αχνόφεγγο
|
|