αψηφισιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αψηφισιά οι αψηφισιές
      γενική της αψηφισιάς των αψηφισιών
    αιτιατική την αψηφισιά τις αψηφισιές
     κλητική αψηφισιά αψηφισιές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αψηφισιά < μεσαιωνική ελληνική αψηφισιά < αψηφώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αψηφισιά θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]