βάβισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάβισμα τα βαβίσματα
      γενική του βαβίσματος των βαβισμάτων
    αιτιατική το βάβισμα τα βαβίσματα
     κλητική βάβισμα βαβίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάβισμα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάβισμα ουδέτερο

  1. το γάβγισμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]