γάβγισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάβγισμα γαβγίσματα
γενική γαβγίσματος γαβγισμάτων
αιτιατική γάβγισμα γαβγίσματα
κλητική γάβγισμα γαβγίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάβγισμα < γαβγίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάβγισμα ουδέτερο

  1. η κραυγή του σκύλου
  2. (μεταφορικά) αυταρχική και ενοχλητική φωνή, λόγος


32πχ Μεταφράσεις[]