βιοαιθανόλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιοαιθανόλη βιοαιθανόλες
γενική βιοαιθανόλης βιοαιθανολών
αιτιατική βιοαιθανόλη βιοαιθανόλες
κλητική βιοαιθανόλη βιοαιθανόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοαιθανόλη < βιο- + αιθανόλη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethanol < ethyl (< γερμανική Ethyl < Ether < αρχαία ελληνική αἰθήρ) + alcohol (< μεσαιωνική λατινική alkohol < αραβική اَلْكُحْل (al-kuḥl: αντιμόνιο) < ρίζα ك ح ل‎ (k-ḥ-l) ή αραβική غول (ḡūl: δαίμονας της ερήμου, άσχημη επίδραση, πονοκέφαλος, καταστροφή) < ρίζα غ و ل‎: ḡ-w-l)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοαιθανόλη θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]