Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλαχο-

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

βλαχο- < Βλάχ(ος) + -ο- [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vla.xo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βλαχο-

Πρόθημα

[επεξεργασία]

βλαχο- ή βλαχό-

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]