Μετάβαση στο περιεχόμενο

βράβευση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βράβευση οι βραβεύσεις
      γενική της βράβευσης* των βραβεύσεων
    αιτιατική τη βράβευση τις βραβεύσεις
     κλητική βράβευση βραβεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, βραβεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βράβευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βράβευσις + -ση[1] < ελληνιστική κοινή βραβεύω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɾa.vev.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός : βρά‐βευ‐ση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βράβευση θηλυκό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]