Μετάβαση στο περιεχόμενο

βράβευση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βράβευση οι βραβεύσεις
      γενική της βράβευσης* των βραβεύσεων
    αιτιατική τη βράβευση τις βραβεύσεις
     κλητική βράβευση βραβεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, βραβεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βράβευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βράβευσις + -ση[1] < ελληνιστική κοινή βραβεύω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɾa.vev.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βράβευση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βράβευση θηλυκό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • βράβευση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)