γαστροσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαστροσκόπιο γαστροσκόπια
γενική γαστροσκοπίου γαστροσκοπίων
αιτιατική γαστροσκόπιο γαστροσκόπια
κλητική γαστροσκόπιο γαστροσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστροσκόπιο < γαστήρ + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαστροσκόπιο ουδέτερο

  1. (ιατρική): ειδική συσκευή, - ενδοσκόπιο -, με την οποία επιχειρείται η γαστροσκόπηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]