-σκόπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -σκόπιο τα -σκόπια
      γενική του -σκόπιου
-σκοπίου
των -σκόπιων
-σκοπίων
    αιτιατική το -σκόπιο τα -σκόπια
     κλητική -σκόπιο -σκόπια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-σκόπιο < σκοπέω

Επίθημα[επεξεργασία]

-σκόπιο

  1. δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο επιστημονικό όργανο εξέτασης και παρατήρησης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]