γερουνδιακό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γερουνδιακό τα γερουνδιακά
      γενική του γερουνδιακού των γερουνδιακών
    αιτιατική το γερουνδιακό τα γερουνδιακά
     κλητική γερουνδιακό γερουνδιακά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γερουνδιακό < λατινική gerundivum

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γερουνδιακό ουδέτερο

  1. λατινικό ρηματικό επίθετο που δηλώνει ότι πρέπει ή αξίζει να γίνει αυτό που εκφράζει το ρήμα από το οποίο προέρχεται
    delenda est Carthago: καταστρεπτέα ἐστίν ή Καρχηδών· πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδών
    facinus laudandum: έργο που πρέπει να επαινεθεί ή είναι άξιο να επαινεθεί, αξιέπαινο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]