γκρενά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκρενά < γαλλική grenat < grenade < λατινική (pomum) granatum, ουδέτερο του granatus < granum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵrHnom / *g̑er (κόκκος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γκρενά άκλιτο

  • που έχει το σκούρο κόκκινο χρώμα του ροδιού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκρενά ουδέτερο άκλιτο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]