γραφίστας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γραφίστας < γραφικές τέχνες + -ίστας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γραφίστας αρσενικό (θηλυκό γραφίστρια)
- (επάγγελμα) ο ασχολούμενος με την γραφιστική
Συγγενικά
[επεξεργασία]- γραφιστική
- → και δείτε τη λέξη γράφω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
γραφίστας στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γραφίστας
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- γραφίστας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γραφίστας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)