γυαλόχαρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυαλόχαρτο γυαλόχαρτα
γενική γυαλόχαρτου γυαλόχαρτων
αιτιατική γυαλόχαρτο γυαλόχαρτα
κλητική γυαλόχαρτο γυαλόχαρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυαλόχαρτο < γυαλί + χαρτί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυαλόχαρτο ουδέτερο

  1. χαρτί με μικροσκοπικά κομμάτια γυαλιού κολλημένα στη μια του επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το τρίψιμο επιφανειών ώστε να γίνουν λείες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]