γυφτόπουλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυφτόπουλο γυφτόπουλα
γενική γυφτόπουλου γυφτόπουλων
αιτιατική γυφτόπουλο γυφτόπουλα
κλητική γυφτόπουλο γυφτόπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυφτόπουλο < γύφτος και -πουλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυφτόπουλο ουδέτερο (το τύποις θηλυκό γυφτοπούλα αναφέρεται συνηθως σε μεγαλύτερης ηλικιας κορίτσι)

  • το μικρό παιδί που κατάγεται από Ρομά, συνήθως το αγόρι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]