δεκατέσσερα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκατέσσερα < ελληνιστική κοινή δεκατέσσαρες

Αριθμητικό[επεξεργασία]

δεκατέσσερα ουδέτερο, δεκατέσσερις αρσενικό ή θηλυκό, γενική: δεκατεσσάρων

  1. απόλυτο αριθμητικό επίθετο (14)· έπεται του δεκατρία (13) και προηγείται του δεκαπέντε (15)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιδ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XIV

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκατέσσερα ουδέτερο άκλιτο

  1. σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  2. οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 14
  3. (στον πληθυντικό) για να δηλωθεί ηλικία
    στα δεκατέσσερά του πήρε μέρος στους πανελλήνιους αγώνες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]