διαδότης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαδότης διαδότες
γενική διαδότη διαδοτών
αιτιατική διαδότη διαδότες
κλητική διαδότη διαδότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαδότης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαδότης αρσενικό

  1. αυτός που διαδίδει
  2. (φυσική) σωματίδιο
  3. λασπολόγος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]