εθνικοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εθνικοποίηση οι εθνικοποιήσεις
      γενική της εθνικοποίησης
& εθνικοποιήσεως
των εθνικοποιήσεων
    αιτιατική την εθνικοποίηση τις εθνικοποιήσεις
     κλητική εθνικοποίηση εθνικοποιήσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνικοποίηση < εθνικοποιώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνικοποίηση θηλυκό

  1. η απόκτηση από το κράτος (εν ονόματι του έθνους) της κυριότητας μιας ιδιωτικής επιχείρησης ή περιουσίας, ιδιαίτερα σε καίριους τομείς όπως είναι η ενέργεια και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές (κοιτάσματα πετρελαίου, ορυχεία κ.λπ)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]